* Επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής, δημοσιογράφος

Καλό ταξίδι καπετάνιε θα σε θυμόμαστε για πάντα...

Click to get cool Animations for your MySpace profile
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
...............................................Καλό ταξίδι καπετάνιε θα σε θυμόμαστε για πάντα...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Αφιέρωμα στον καπετάν Νίκο Κωστάρα

Γράφει ο Αντώνιος Δρεμέτσικας

Με τις «θάλασσες» καλά τα πάω, Την πρώτη, την γνώρισα στο δημοτικό, όταν μαθαίναμε γεωγραφία. Ο δάσκαλος, μας υποχρέωνε και ζωγραφίζαμε στο τετράδιο, κάθε νομό που μαθαίναμε. Στο μέρος που βρέχονταν από θάλασσα, βάζαμε μπλε μελάνι με συνεχείς κυματοειδείς γραμμές! Το μελάνι το βγάζαμε από παπαρούνες!
Την δεύτερη, την γνώρισα «σπαρμένη»! Την έβλεπα την άνοιξη, σαν σχόλαγε το σχολειό και γύριζα με τα πόδια το απόγευμα από τις Ράχες, στο Τουμπίτσι. 
Την αγνάντευα αμφιθεατρικά, στα απέναντι και ανατολικά του Λάδωνα χωράφια, (Σπάθαρι, Δόξας, Καλλιάνι) που ήσαν σπαρμένα απ’ άκρη σ’ άκρη στάρια. 
Το θέαμα ήταν καταπληκτικό! Όταν φυσούσε τ’ ανάλαφρο απογευματινό αεράκι του νοτιά, στοίχιζε τα λεύτερα στάχυα, σ’ ατέλειωτες κυματοειδείς σειρές πάνω από της πλάσης τα γεννήματα. Καθώς τα φρέσκα άγονα λικνίζονταν ρυθμικά, έβγαζαν χορούς που ανέδυαν χρυσίζουσα ανταύγεια της αντηλιάς του ηλιοβασιλέματος! 
Ήταν η θάλασσα της δουλειάς, των ναυτίλων της στεριάς. Αγνάντευα και δεν χόρταινα! Τέτοια θάναι η θάλασσα, που ζωγράφιζα στο νου και στα τετράδια και δεν είχα ακόμη δει! Τέτοιοι θα ήσαν οι κυματισμοί της, όμοιοι των σταχυών της σπαρμένης στεριάς. Σταγόνα - σταγόνα σχηματίστηκε η μια και σπυρί - σπυρί η άλλη! Δεν έβρισκα διαφορά! 
Τσοπάνηδες αφέντες, καταμεσής των κοπαδιών στη μια και καπετάνιους βαρκάρηδες καταμεσής των κοπαδιών σαρδέλας, γόπας και άλλων ιχθυοειδών, στην άλλη! 
Αρκαδιανή καημένη! Ποιος είδε θάλασσα σπαρμένη; 
Εγώ την είδα, αλλά κανείς δεν με πιστεύει, έστω κι αν με καταλαβαίνει! 
Σεβαστέ μου καπετάνιο, Φίλε Νίκο Κωστάρα! 
Εγώ σε ο ί δ α και σε βλέπω. Σε πιστεύω και σε καταλαβαίνω. Σε θαυμάζω και σε συγχαίρω που επέλεξες να διαφεντέψεις σε Ωκεανούς θαλασσινούς και «στεριανούς»! 
Γνώρισες Κόσμο και «κοσμάκη» κι αν δεν είχες γνωρίσει καλά τις ρίζες του τόπου σου, ίσως να μην είχες βρει τον δρόμο της επιστροφής. Θα είχες «φωλιάσει» κάπου και θα σε είχε κάνει  άγνωστον η ησυχία! θα ήσουν κρυμμένος καπετάνιος, όπως πολλούς, γνωρίζεις! 
Επέστρεψες και συνεχίζεις να αγωνίζεσαι, μήπως και σωθεί το «καράβι» της στεριάς, που εγκαταλελειμμένο το δέρνουν άγριες βουρδουλιές μιας ορατής βαρβαρότητας που καταποντίζει ηθική, γλώσσα, ανθρώπους, περιουσίες, χωριά, πόλεις, βουνά και κάστρα. Χάθηκε η σπαρμένη θάλασσα της δουλειάς, απ' τα χωριά! Έγινε θάλασσα ανεργίας, αεργίας και εικονικής ευμάρειας, που την έσπειρε το ψέμα, η κλοπή και κάθε μορφής ανηθικότητα. Έπνιξε τους δουλευταράδες και επιπλέουν οι φελλοί της τεμπελιάς και των βολεμένων. Άρχισαν με χάδια και χαϊδέματα και γίνανε βουρδουλιές απ’ το λουρί της «μάνας» που παριστάνουν! Μας δέρνουν για το καλό μας, για νουθεσία! Έτσι γινόμαστε και υπόχρεοι! Είναι οι στεριανές φουρτούνες: Δεν είναι ορμητικές να φαίνονται, ούτε αέρας τις σηκώνει. Είναι γαλήνιες, ύπουλες, με πονηριές γιομάτες. Πνίγουν την παλικαριά και την ανδρεία στα σκοτεινά τους βάθη, που δεν έχουν όριο, ηθική και αρετή.
Μοιάζουν σαν θάλασσα, αλλά δεν είναι θάλασσα . Είναι βούρκος όμοιος της ερημιάς που έρπει σε χωριά κι ανθρώπους. Είναι βδέλλα κομματική, συνδικαλιστική, πολιτική, που κολλάει στους αιρετούς κι άβουλους κι άτολμους τους κάνει! 
Δεν είναι καπετάνιος, εκείνος που δεν μπορεί να αποφασίσει, όταν μαραίνονται τα νιάτα τα ελληνικά, όταν δεν μπορούν να βρουν δουλειά, ούτε να παντρευτούν, ούτε παιδιά να κάνουν. 
Αυτή η θάλασσα θεριεύει ακυβέρνητη και κάνει ό,τι θέλει. 
Εμείς την αφήσαμε, που δεν την χαμπαριάσαμε. 
Ταξιδέψαμε μακριά από τον τόπο μας και της δώσαμε τράτο να ριζώσει στα χωριά μας, στην Γορτυνία, στην Αρκαδία και σ’ όλη την Ελλάδα. 
Γίναμε όλοι ναυαγοί της, χωρίς κουπιά και κωπηλάτες. 
Σε ευχαριστώ για το βιβλίο σου και την τιμητική, για μένα, αφιέρωση. 
Είναι το αγκυροβόλιο σου! 
Φτιαγμένο με τα χέρια σου και το μυαλό σου, με αρετή και γνώση, της ιστορίας του χωριού σου, της Ηραίας, της Γορτυνίας και της Αρκαδίας. 
Ταξίδεψες και ταξιδεύεις, επειδή γνωρίζεις πως η αγάπη για την Πατρίδα, δεν θα σε άφηνε να χάσεις τον δρόμο της επιστροφής Μακάρι να ακούγανε οι αταξίδευτοι την εμπειρία σου. 
Όμως δεν ξέρουν από θάλασσα εκτός από τις πισίνες και από πλαζ. 
Είσαι πάντα επίκαιρος και αυτό σου δίνει νιότης δύναμη, κόντρα στον παγωμένο πόλο της ηλικίας σου. 
Προσπάθησα να βρω «κάτι» να σου προσφέρω, ως μνεία των πολλών από τα πολλά περιεχόμενα, των πολλών δημοσιευμάτων σου, σε πολλά και έγκυρα περιοδικά και εφημερίδες και δεν τα κατάφερα! 
Ήταν αδύνατον να επιλέξω και ταυτόχρονα απορρίψω «κάτι» δικό σου, για σένα! Εξάλλου, αν σου αρκούσαν τα «γεγενημένα», δεν θα σε κατείχε ανησυχία για τα «δέοντα γενέσθαι». Σου εύχομαι υγεία και δύναμη, αντοχή και κουράγιο, για όσο χρόνο επιλέξεις να ταξιδεύεις. 
Είσαι χρήσιμος και το έργο σου χρησιμότερο!

Αθήνα: 07.12.2011
Φιλικότατα,
Αντώνιος Δρεμέτσικας

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ Ο Βάρδος της Ρωμιοσύνης

Του Νίκου Ι. Κωστάρα 

"Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!" είχε πει την ύστα­τη στιγμή του αποχαιρετισμού ο δελφικός ποιητής Άγγελος Σικελιανός στις 28 Φεβρουα­ρίου 1943, τον καιρό της κα­ταθλιπτικής γερμανικής κατο­χής. Αμέτρητα πλήθη κήδε­ψαν τον "παντοτινό ποιητή του καιρού και του Γένους". 

Το πλήθος συνόδευε το ξόδι και τα ρίγη της ρωμιοσύνης. Ο θάνατος του πήρε τη σημασία εθνικής απώλειας και η τα­φή του έγινε μέσα σε αποθέ­ωση και πατριωτική έξαρση. Βροντερή ακούσθηκε η φωνή του Γιώργου Κατσίμπαλη -του Κολοσσού του Μαρουσιού- που άρχισε τον Εθνικό μας Ύμνο μπροστά στους οπλισμέ­νους Γερμανούς. Σήκωσε το φέρετρο "που ακουμπούσε η Ελλάδα" μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό και τον Μαρουσιώ­τη Γιώργο Ντούμα, ένα πολεμιστή του Σαράντα. Ε­νώ ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης θα απαγγείλει: "δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής/κι έπεσες σα δρυς/ Σα ναός όπου χτυπιέσαι/ Aπ' τα βόλια των βαρβάρων/Σαν τον Παρθενώνα/ ήρωα, ποιητή του Αιώνα...".
Υπήρξε μια ποιητική μεγαλοφυΐα και η αναγνώριση αυτή είναι πανθoλογούμενη από Έλληνες και ξένους. Γιατί "ο Κωστής Παλαμάς δεν ανήκει μόνο εις την μητέρα Ελλάδα, ανήκει και εις όλας τας χώρας του κόσμου" όπως τον χαρα­κτήρισε ο μεγάλος Iνδός ποιητής Ταγκόρ. Ενώ ο Ρομαιν Ρολλάν είπε ότι είναι "ο μεγα­λύτερος ποιητής της σημερινής Ευρώπης" και ο Κλεμάν: "είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του σύγχρονου κό­σμου".
Ο Κωστής Παλαμάς είναι ο ραψωδός της ελληνικής ψυ­χής και των αγώνων της φυ­λής απ' τα αρχαία χρόνια ως σήμερα. "Είναι ο αληθινός Ε­θνικός ποιητής της Ελλάδας" όπως τόνισε ο Γρηγόριος Ξε­νόπουλος. Ενώ ο ακαδημαϊ­κός Νίκος Βέης έγραψε ότι "εί­ναι ο επικός χρονογράφος της φυλής".

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1859 στην Πάτρα από γονείς Μεσολογγίτες. Η οικογένεια του είχε μεγάλη ιστορική πα­ράδοση στα γράμματα. Σε η­λικία εφτά χρονών έμεινε ορ­φανός από μητέρα και πατέ­ρα κι έζησε τα υπόλοιπα παι­δικά και εφηβικά του χρόνια στο Μεσολόγγι κοντά στο θεί­ο του Δημήτρη, που ήταν εκ­παιδευτικός και συγγραφέας. Η ιερή πόλη με τη μαρτυρική της ιστορία άσκησαν τεράστια επίδραση στην όλη ψυχοσύν­θεση και πνευματική δομή του μετέπειτα κορυφαίου ποιητή μας. Το 1875 ο Κ. Παλαμάς ήρθε στην Αθήνα, όπου και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, την οποία σύντομα εγκατέλει­ψε για χάρη της λογοτεχνίας. Στην Αθήνα γνωρίζει ένα κό­σμο διχασμένο από αντιθέσεις για τη γλώσσα. Ο ρομαντι­σμός βρίσκεται σε έξαρση και η ιδεολογία για τη Μεγάλη Ι­δέα σε έντονη έξαρση. Ο κό­σμος της φαντασίας και της πραγματικότητας βρίσκονται ανάμεικτοι.

Το 1886 εκδίδει την ποιητική του συλλογή "Τραγούδια της Πατρίδος μου" σε ωραία δη­μοτική γλώσσα, ενώ το 1892 κυκλοφορεί νέα ποιητική συλ­λογή "Τα μάτια της ψυχής μου" με γλώσσα καλοδουλεμένη δημοτική, που ο ίδιος στον πρόλογο του την ονομάζει "Ε­θνική γλώσσα". Το 1895 παίρ­νει επίσημα στην εντολή να γράψει τον "Ύμνο των Ολυ­μπιακών Αγώνων". "Αρχαίο πνεύμα αθάνατον, α­γνέ πατέρα/ του ωραίου, του μεγάλου και αληθινού/κατέβα φανερώσου κι άστραψ' εδώ πέρα στη δόξα της δικής σου γης και τ' ουρανού..." Το 1897 νυμφεύτηκε την ω­ραία Μεσολογγίτισσα Μαρία Βόλβη, με την οποία απέκτη­σε τρία παιδιά, τη Ναυσικά, τον Λέανδρο και τον Αλκη. Ο τελευταίος πέθανε μόλις πέ­ντε χρονών και πλήγωσε βα­θιά την οικογένεια. Αποτύπω­ση του πόνου του ποιητή εί­ναι ο "Τάφος" (1898). Χρημάτισε Γενικός Γραμματέ­ας του Πανεπιστημίου Αθη­νών (1897-1928). Το 1915 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων. Το 1926 έγινε ακαδημαϊκός και το 1930 πρόεδρος της Ακαδημίας. Συνήθιζε να συχνάζει στον "Πύργο" του Κατσίμπαλη στο "Τριανέμι" στο Μαρούσι. Μά­λιστα ο Γ. Κατσίμπαλης ανέ­λαβε την έκδοση των "Απά­ντων" του Παλαμά και κληρο­δότησε το Ίδρυμα Παλαμά".

Θαλασσινοί απόηχοι
Ο Κωστής Παλαμάς δεν είναι μονάχα ποιητής. Έγραψε κρι­τική, πεζά και θέατρο, ακόμη και θαλασσινούς στίχους που διαβάζουμε στους "Καημούς της Λιμνοθάλασσας". "Τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέ­χαστα τα'ζησα/ κοντά στο α­κρογιάλι/στη Θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήρεμη/ στη θά­λασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη./Μια πίκρα/για μένα είν' η μοίρα μου, για με είν' η χά­ρη μου/δεν γνώρισα κι άλλη./ Μια θάλασσα μέσα μου σα λί­μνη γλυκόστρωτη/ Και σαν ωκεανοί ανοιχτή και μεγάλη". Ενώ στην "Ασάλευτη Ζωή" παρομοιάζει τις εκτάσεις τους ανθρώπινου νου με τον απέ­ραντο ωκεανό: "Το τραγούδι διψάς του ωκε­ανού/ή το τραγούδι του ωκεάνειου νου;"

Και στο "Δωδεκάλογο του Γύ­φτου" τονίζει:
"όπου τελειώνουν οι στεριές/ τα πέλαγα αρχινάνε..." Επίσης θα γράψει στον "Ελ­ληνικό Ύμνο του Μιστράλ": "Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια λάμπει/ και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν". Μια ζωγραφιά βλέπει μέσα στα ακύμαντα νερά; "Πρωί μέσα στα ακύμαντα νε­ρά προς τ' ακρογιάλι/ των σπι­τιών βαθιά, ολόλευκη η ζω­γραφιά προβάλλει./ Σαν από χέρι αποτολμά ξεχωριστού τε­χνίτη/ φανταστικό σαν άυλο δείχνεται κάθε σπίτι./Αλλ' ο ή­λιος υψώθηκεν, ήρθε το μεση­μέρι/ κι η ζωγραφιά; την έσβη­σε το κύμα και τ' αγέρι..." Μάλιστα "ζωγραφιά φθεγγομένη" η ποίηση όπως την χα­ρακτηρίζει ο Αριστοτέλης. Ο μεγάλος Κωστής Παλαμάς ήταν ακούραστος αναγνώ­στης, ευαίσθητος δέκτης, με­λετητής της Ελληνικής Λογο­τεχνίας και της Ιστορίας. Στο έργο του "κυκλοφορεί" όλο το Γένος με τη δόξα του, τις δυστυχίες του και τα ιδεώδη του, τα όνειρα του, τις συνήθειες του, τη γλώσσα του. Υπήρξε ο ποιητής της φυλής μας, ο βάρδος της Ρωμιοσύνης, που βροντοφώνησε στο "Έπος του Σαράντα":
"Αυτό το λόγο Θα σας πω/ δεν έχω άλλο κανένα/ Μεθύστε με τα’ αθάνατο/ κρασί του Εικοσιένα". Και όμως σα να ξεχνάμε τον ποιητή της Ρωμιοσύνης. Το σπίτι που τον βρήκε ο θάνα­τος πικραμένο, επί της οδού Περιάνδρου 5, στη Πλάκα, απέναντι από το μνημείο του Βύρωνος, είναι κατάκλειστο με τοίχους καίρια λαβωμένους από την εγκατάλειψη. Δεν α­κουμπά ούτε ένα βλέμμα υ­πευθύνου για τον πολιτισμό μας; Εκεί έμεινε τα τελευταία οχτώ χρόνια της ζωής του. Δεν είχε δικό του σπίτι και κά­που σαράντα χρόνια έμενε σε νοίκι στην οδό Ασκληπιού 3. όπου σήμερα στεγάζεται το ί­δρυμα Κ. Παλαμά. Στις 2 Ιου­λίου 1935 γράφει με πικρία στο φίλο του Γ. Κατσίμπαλη για τη μετακόμιση: "Αγαπητέ μου Κατσίμπαλη, βρίσκομαι ολομόναχος. Τα πράγματα μου και τα χαρτιά μου ταξιδεύουν με τη σειρά τους στο νέο σπίτι που δεν το ξέρω ακόμη".
Ας ενδιαφερθούν οι αρμόδιοι για να το σώσουν από την κα­ταστροφή, διαφορετικά ας α­φαιρέσουν τη εντοιχισμένη πι­νακίδα που μιλάει για τον ποι­ητή, Γιατί είναι μία σημαντική μνήμη της ιστορίας μας, Κι όμως ο βάρδος της Ρωμιο­σύνης στις δύσκολες στιγμές δεν μας απογοητεύει; "Και μη έχοντας πιο κάτω άλ­λο σκαλί/στου Κακού τη σκά­λα/ για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί/θα αισθανθείς να σου φτερώσουν, ώ χαρά!/ τα φτε­ρά/ τα φτερό τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»


Νίκος Ι. Κωστάρας

1821 Ο εθνικό-απελευθερωτικός Αγώνας του Γένους: Μνημόσυνο για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στη Ν. Κηφισ...

1821 Ο εθνικό-απελευθερωτικός Αγώνας του Γένους: Μνημόσυνο για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στη Ν. Κηφισ...: (170 χρόνια από το θάνατό του)   Γράφει ο Βασίλειος Κων/ντή Σχίζας εκ Σέρβου Αρκαδίας ορμώμενος Ο ι Αρκάδες της Ν. Κηφισιάς τ...



Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

        ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΑΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ"        
του Νίκου Ι. Κωστάρα

Σε μια αλλοτριωμένη ισοπεδωμένη καταναλωτική κοινωνία το μήνυμα των τριών Ιεραρχών είναι επίκαιρο και προβάλλει φωτεινό και σωστικό για να φωτίσει αλλά και να φρενάρει τον κατήφορο που ακολουθούν οι νέοι μας. Σήμερα η γιορτή των ελληνικών γραμμάτων είναι λησμονημένη και υποβαθμισμένη και γίνεται χωρίς υπευθυνότητα. Γι’ αυτό και η κρίση της ελληνικής παιδείας βρίσκεται σε αδιέξοδο και δεν θεραπεύεται με τις άστοχες διαδοχικές μεταρρυθμίσεις γιατί έχουν υποβαθμιστεί οι διαχρονικές αξίες, απουσιάζουν τα πρότυπα και δεν υπάρχουν οράματα και κίνητρα για τους νέους για να δημιουργήσουν τη γνήσια αυριανή Ελλάδα. Αδιαφορούν. Ζούμε σε μια αντιπνευματική υλιστική εποχή. Ο πνευματικός αποπροσανατολισμός και η πολιτιστική πενία της εποχής μας επιβάλλουν να στραφούμε στις καθάριες πηγές των προγόνων μας και να ενστερνιστούμε τις διαχρονικές ιδέες τους για να απεγκλωβιστούμε από το πνευματικό τέλμα της καταναλωτικής κοινωνίας.
            Χρειαζόμαστε μια παιδεία ηρωισμού και θυσίας για να διαφυλάξουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά και ν’ ανεβάσουμε την ποιότητα του ανθρώπου φρενάροντας την αλλοτρίωση και τον αμοραλισμό. Και αυτά τα εφόδια θα τα βρούμε στους τρεις ιεράρχες, οι οποίοι «ήταν φορείς του ελληνικού πνεύματος» κατά τον πνευματικό δάσκαλο Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
            Στη διδαχή των αιώνων οι Τρεις Ιεράρχες – Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος και Ιωάννης Χρυσόστομος – προβάλλουν ως πρότυπα αρετής, υποδείγματα αγωγής και φωτεινοί οδηγοί για την πνευματική και ηθική ανάπτυξη της νέας γενιάς.
            Οι σεμνές μορφές των τριών ιεραρχών υψώνονται πάντα στο στερέωμα για να καταυγάζουν με ανέσπερο Ελληνοχριστιανικό φως την ελληνική πορεία μας. Αγωνίστηκαν για την επικράτηση του ελληνικού χριστιανισμού και του χριστιανικού ελληνισμού. Πέτυχαν τη σύζευξη της κλασσικής παιδείας με τη χριστιανική ηθική και διέσωσαν ό,τι πολύτιμο είχε δημιουργήσει η ανθρώπινη διάνοια μέσα στο πνεύμα φωτός, της ελευθερίας και της αγάπης. Βίωσαν και πρόβαλαν το μέτρο, την πληρότητα και την καθολικότητα. Υπήρξαν φορείς υψηλής μορφωτικής στάθμης για να χαρακτηριστούν «Οικουμενικοί διδάσκαλοι». Φωτεινές προσωπικότητες, οι οποίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του παγκόσμιου πολιτισμού. Αγάπησαν πολύ την αρχαία ελληνική φιλολογία και φιλοσοφία. Υποδεικνύουν στους νέους την αρετή του Σωκράτη, του Αριστοτέλη, του Αριστείδη αλλά εφιστούν την προσοχή όπως «σοφώς εξ απάντων συλλέγοντας το χρήσιμον, φεύγοντες δι ‘εκάστου των βλάβων». Η παιδεία γι’ αυτούς είναι «τέχνη των τεχνών, επιστήμη επιστημών ... και των παρ’ ημίν αγαθών το πρώτον!» τονίζοντας «το Ελληνίζειν εστίν πολυσήμαντον» και «Πάσα μεν η ποίησις τω Ομήρω αρετής εστίν έπαινος» (Μ. Βασίλειος).
            Μας άφησαν ένα απέραντο συγγραφικό έργο στο οποίο διασώζεται όχι μόνο ο μοναδικός ελληνικός λόγος αλλά ολόκληρη η αρχαία μας κληρονομιά και ό,τι καλό είχε δημιουργήσει η αρχαιότητα.
            Οι τρεις ιεράρχες δεν ήταν μόνο θιασώτες του λόγου αλλά και ακάματοι εργάτες του έργου. Με πολλή αγάπη αγκάλιασαν τον πλησίον, τον αγάπησαν με καλοσύνη και στοργή και του έδιναν όλα για να τον ανακουφίσουν. Ίδρυσαν πλήθος εναγών ιδρυμάτων: νοσοκομεία, γηροκομεία, πτωχοκομεία. Η περίφημη και μοναδική «Βασιλειάδα» του Μεγάλου Βασιλείου στην Καισάρεια της Καπαδοκίας και το θαυμαστό φιλανθρωπικό έργο του Χρυσοστόμου στην Αντιόχεια και μετά στην Κωνσταντινούπολη αποτελούν πρωτοφανή και μοναδικά έργα στα ιστορικά χρονικά εκδήλωσης αγάπης και στοργής για τον πονεμένο άνθρωπο. Εφάρμοσαν κοινωνική πολιτική, που κανένα κράτος της Γης δεν μπόρεσε να εφαρμόσει.
            Οι μεγάλοι αυτοί Πατέρες δεν καλλιέργησαν στα πρόσωπά τους μόνο το πνεύμα αλλά και την αρετή, που βίωναν στην καθημερινή τους ζωή. Οι μητέρες τους ήταν φωτεινά παραδείγματα ευλάβειας και αυτοθυσίας, παραδείγματα για τις σημερινές μητέρες.
            Το μήνυμα των Τριών Ιεραρχών είναι απαραίτητο για να δούμε τον εαυτό μας, τους συνανθρώπους μας, το περιβάλλον, το Θεό, τα πάντα, στις πραγματικές τους διαστάσεις. Πρέπει να δώσουμε να καταλάβουν οι νέοι ότι υπάρχουν κι άλλες αξίες εκτός από την κατανάλωση και το χρήμα.
            Είναι μια ευκαιρία με την σημερινή γιορτή των ελληνικών γραμμάτων να στρέψουμε το βλέμμα μας σ’ αυτούς του μεγάλους «παιδαγωγούς της νεότητας». Οι Δάσκαλοι και οι καθηγητές να είναι λειτουργοί και οι μαθητές να ενσκήψουν και να μελετήσουν τα σοφά συγγράμματά τους με τις διαχρονικές αλήθειες, για να οπλιστούν και ν’ αντέξουν τη λαίλαπα της αλλοτριωμένης και αμοραλιστικής κοινωνίας μας, αν θέλουμε να διαφυλάξουμε την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας στην οικογένεια και ν’ ανεβάσουμε την ποιότητα του ανθρώπου στον αστερισμό της δημιουργίας σ’ αυτόν τον βαθύρριζο τόπο.

Νίκος Ι. Κωστάρας
     

______________
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα"  αρ. φύλλου 242 - Ιανουάριος 2013

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Γιάννης Τσαρούχης. Μελέτες για 17 θέματα



Γιάννης Τσαρούχης. Μελέτες για 17 θέματα
ΕΩΣ 31/03/2013
ΚΤΗΡΙΟ ΟΔΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ


Είναι η πρώτη φορά που το έργο του Γιάννη Τσαρούχη προσεγγίζεται και παρουσιάζεται μέσα από σπουδές και παραλλαγές, ανέκδοτες φωτογραφίες και πρωτότυπο αρχειακό υλικό, το οποίο σπάνια έχει την ευκαιρία να δει το κοινό και προέρχεται από τις πολύτιμες συλλογές του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη.
Η έκθεση Γιάννης Τσαρούχης: Μελέτες για 17 θέματα καταγράφει τη δημιουργική διαδικασία που ακολουθούσε ο ζωγράφος προκειμένου να προσεγγίσει σημαντικά θέματα που τον απασχόλησαν από τα νεανικά του χρόνια ως την ωριμότητά του, μέσα από σχέδια, άλλοτε πρωτόλεια και ημιτελή και άλλοτε ώριμες ασκήσεις, αλλά και ολοκληρωμένα ζωγραφικά έργα.
Γύρω από εμβληματικές σειρές, όπως οι Εποχές, οι Ναύτες, ο Άγιος Σεβαστιανός, οι Μήνες, οι Λουόμενοι κ.ά., η παρουσίαση ρίχνει φως στα διάφορα στάδια της πνευματικής και καλλιτεχνικής εργασίας που τον οδηγούσαν στην ολοκλήρωση ενός έργου, καθώς και στην ερευνητική και δημιουργική διαδικασία προς την τελειοποίηση καθενός από τα αριστουργήματά του.
Η έκθεση αποκρυπτογραφεί, έτσι, το πολύπλευρο έργο ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30, μέσα από μια ιδιαίτερη σκοπιά, αυτή του εργαστηρίου του.

Την έκθεση επιμελήθηκε η Πρόεδρος του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη, Νίκη Γρυπάρη και σχεδίασε η Λίλη Πεζανού.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΞΕΝΑΓΗΣΕΩΝ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ από το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη


_______________________
http://www.benaki.gr/index.asp?lang=gr&id=202010001&sid=1248

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ


Του Νίκου Ι. Κωστάρα

 Ο Αγιασμός των υδάτων έχει διαχρονική παράδοση. Άλλωστε η ιστορία του νερού αρχίζει, ίσως, συγχρόνως με την ιστορία του ανθρώπου. Ο πρωτόγονος άνθρωπος φρόντισε από την αρχή να κατοικεί κοντά στις πηγές, στα ποτάμια και τις λίμνες. Ακόμη στη «Γένεση» αναφέρεται: «Και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν, Γην και το σύναγμα των υδάτων εκάλεσε θαλάσσας και είδεν ο Θεός ότι ήτο καλόν και πνεύμα Θεού εφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν. Α’ 2). Γιατί η θάλασσα είναι το αιώνιο σύμβολο της μήτρας της απεραντοσύνης της ανθρώπινης ψυχής από την οποία ξεκίνησε ο άνθρωπος. Η λειτουργία του νερού ως συστατικό στοιχείο της δημιουργίας του κόσμου ήταν η επικρατούσα άποψη μεταξύ των φιλοσόφων στην Αρχαία Ελλάδα. «΄Υδωρ αρχή της φύσης» τονίζει ο Θαλής ο Μιλήσιος ενώ ο Φερεκύδης υποστηρίζει: «Αρχήν όλων το ύδωρ», και στην Κίνα: «το ύδωρ είναι κοντά στο ΤΑΟ» (Λάου Τσε). Στους μύθους όλων των λαών το νερό έχει μαγικές δυνάμεις, είναι ουσία αναγεννητική, αναζωογονητική και εξαγνιστική.
            Το θαλασσινό νερό έχει την ίδια σύσταση με το αίμα μας. Οι βιολόγοι το απέδειξαν πως η ζωή γεννήθηκε στο αλμυρό νερό, για να ξεστρατίσει αργότερα στη στεριά. Το ίδιο και οι κοινωνιολόγοι επιμένουν ότι ο χερσαίος άνθρωπος έγινε αμφίβιος και χίμηξε στη θάλασσα να βρει τον πολιτισμό. «Στις φλέβες όλων μας υπάρχει το ίδιο ακριβώς ποσοστό αλατιού μέσα στο αίμα. Το ίδιο συμβαίνει στον ιδρώτα και στα δάκρυά μας. Είμαστε δεμένοι με τον ωκεανό και όταν ξαναγυρίζουμε στη θάλασσα - είτε για να σαλπάρουμε, είτε για να ρεμβάσουμε – επιστρέφουμε ξανά στις ρίζες μας» (Τζων Φ. Κέννεντυ).
            Πάνω στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου. Αφετηρία νοημάτων και ήθους η θάλασσα. Γι’ αυτό και ο Ιησούς για να εκλέξει τους μελλοντικούς συνεργάτες και συνεχιστές του έργου του δεν προσφεύγει στους θρησκευτικούς και ιερατικούς κύκλους των Ιεροσολύμων αλλά πηγαίνει στη γραφική λίμνη Τιβεριάδα και τους ψαράδες που τους μετέβαλε σε «αλιείς ανθρώπων». Λέγοντας προς τον  Σίμωνα: «Φέρε το πλοίο πάλι στα βαθιά της λίμνης και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρια» [Λουκ.ε΄4].  Άλλωστε η βάπτισή Του έγινε στον Ιορδάνη ποταμό. Βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό και δεν είχε ανάγκη βαπτίσεως. Δογματικά η βάπτιση του Χριστού συμβολίζει την παλιγγενεσία του ανθρώπου. Κατά την αρχέτυπη αντίληψη τα Θεοφάνεια / Φώτα κλείνουν το άνοιγμα στο χρόνο της περιόδου των «αβάπτιστων ημερών» του «ιερού χάους» της αναγέννησης του Χρόνου και του Κόσμου. Η γιορτή αυτή είναι η πραγματική αρχή του Ανανεωμένου Χρόνου, γι’ αυτό σε πολλά μέρη της Ελλάδος θεωρείται ως η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Πρόκειται για μεγάλη γιορτή του χριστιανισμού. Λατρεία των νερών έχει χαρακτηρισθεί η γιορτή των Θεοφανείων. Ανοίγουν οι ουρανοί, η θάλασσα γλυκαίνει, οι άνεμοι ημερεύουν ακόμα και τα ζώα μιλούν. Τα Φώτα πρωτοφορούσαν οι άνθρωποι κάθε καινούριο ρούχο «για να φωτιστεί», τότε γινόταν και η έναρξη των θαλασσινών ταξιδιών: «Τώρα αγιάζουν τα νερά και φεύγουν τα καράβια...».
            Η ανανέωση του κόσμου άρχιζε από την ανανέωση των υδάτων – πρακτικά με την εκκένωση των αγγείων με νερό την παραμονή των Θεοφανίων, συμβολικά με τον αγιασμό των υδάτων με την κατάδυση του σταυρού στο νερό. Στα Θεοφάνια επαναλαμβάνεται η βάπτιση του Χριστού και τα περιστέρια γίνονται το πνεύμα του Θεού. Ο σταυρός που πέφτει στο νερό είναι ο ίδιος ο Χριστός και ο ήρωας της ημέρας γίνεται «νονός» του Χριστού, αφού η παράδοση θέλει κάθε βαπτισμένος να έχει τον ανάδοχό του. Κατά το «Θείον πρότυπον» τη στιγμή της κατάδυσης του Σταυρού-Χριστού, όλα τα νερά του κόσμου μετατρέπονται στα νερά του Ιορδάνη. Όλοι οι λαοί του ορθόδοξου κόσμου απέδιδαν μεγάλη δύναμη στο αγιασμένο νερό των Θεοφανείων. «Νυν ουκ έτι προσαγορεύομαι θάλασσα αλλά κολυμβήθρα ουράνιος ... νυν εγενόμην πηγή ιάματα βρύουσα» (Ι. Χρυσόστομος). «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις», ψάλλεται στον αγιασμό των Θεοφανείων. «Κύριε ο Θεός των Δυνάμεων ... καθάρισαν το φρέαρ τούτο και αγίασον το ύδωρ τούτο τω πνεύματί σου τω Αγίω ...». «Ευλόγησον το άλας τούτο και μετέβαλε αυτό εις θυσίαν αγαλλιάσεως ...». Το νερό το οποίο αγιάζεται την ημέρα των φώτων είναι το πιο ζωτικό στοιχείο της ζωής όλων των έμβιων και τιμήθηκε ιδιαίτερα από τον Ιησού Χριστό. «Χριστός εφάνη εν Ιορδάνη αγιάσαι τα ύδατα». Ο Ιησούς Χριστός πραγματοποίησε πολλές ιάσεις ασθενών με τη βοήθεια του νερού, θέλοντας πάντα να υπογραμμίσει τη σημασία του για τη ζωή των ανθρώπων.
Ο μεγάλος αγιασμός αποτελεί τελετή καθαγιασμού κι εξαγνισμού των υδάτων. Από τη βρύση ως τον ποταμό, τη λίμνη και τη θάλασσα, τα νερά θεωρούνται ιερά. Το νερό ως μέσο καθαρμού κι εξαγνισμού απαντάται στη λατρευτική ζωή πολλών θρησκευτικών συστημάτων.
Αιώνες πριν από τα Θεοφάνεια στην Αρχαία Ελλάδα υπήρχε η «Επιφάνεια» όχι ως εορτή αλλά ως πεποίθηση των θρησκευομένων για την παρουσίαση ενώπιον τους της θεϊκής δύναμης. Η «Επιφάνεια» των αρχαίων θεοτήτων στους ανθρώπους και η χρήση του νερού από τους αρχαίους ως μέσο καθαρμού αποτελούν, τηρουμένων των αναλογιών, ιδιότυπη προτύπωση της εορτής των Θεοφανείων. Ο καθαρισμός κατά τη γέννηση αποτελούσε κατ’ ουσίαν αναπαράσταση του μύθου, σύμφωνα με τον οποίο, μόλις γεννήθηκε ο Δίας τον έλουσαν στον ποταμό Γορτύνιο, ο οποίος μετονομάστηκε σε Λούσιο.
Στην Ιλιάδα, κύρια θέση κατέχουν αναφορές οι οποίες αφορούν το λουτρό των νεκρών και τον καθαρμό των πολεμιστών, επιτιθεμένων και αμυνομένων, πριν από τις διάφορες τελετουργικές ή θρησκευτικές πράξεις.
Την ίδια μέρα γινόταν σε πολλά μέρη πλύσιμο των εικόνων σε λίμνες, ποτάμια ή στη θάλασσα συνήθεια που παραπέμπει στα πλυντήρια του αγάλματος της Αθηνάς από τους αρχαίους Αθηναίους στο Φάληρο. Το ύδωρ της Στυγός και το αθάνατο νερό που έχει τη δύναμη εξαγνισμού και καθαρμού αποτελούν πανάρχαιες μυθικές λαϊκές παραδόσεις.
            Μέσα στην τελετή του «Αγιασμού των υδάτων» στο βαθύτερο μήνυμά του τονίζεται και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, η καθαρότητα της θάλασσας Αυτό που αποτελούσε αντικείμενο προβληματισμού των αρχαίων Ελλήνων στα πανάρχαια χρόνια. Είχαν προβλέψει την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος με τρεις θαλάσσιες θεότητες. Την Ακταία, αφιερωμένη στην καθαρότητα των ακτών. Την Αλκίππη, προστάτιδα του θαλάσσιου βυθού. Τέσσερις άλκιμοι νέοι καταδύονταν για να φέρουν σημάδι των βυθών πριν κινήσουν οι πλόες. Εάν η πέτρα που ανελάμβαναν από το βυθό είχε πράσινο υγιές χόρτο – θαλασσοφύκι – τότε τα Αναληπτήρια γιορτάζονταν με θυσίες και κοινής συμμετοχής εκδηλώσεις. Ακόμη είχαν την Ασίνηα, που απέβλεπε στους πλόες και τιμούνταν όσοι τηρούσαν τους κανονισμούς, λαμβάνοντες ως βραβείο τον «Ασίνηον λίθον» και τονίζοντας «Αλόν σέβου».
            Ο Αγιασμός των Υδάτων ας συνδυασθεί με την καθαρότητα των ακτών και την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος όπως στην αρχαιότητα. Γιατί η θάλασσα είναι η μεγάλη τροφός της πατρίδας μας. Στοιχείο συνυφασμένο με την ιστορία του τόπου μας και την Εθνική μας ταυτότητα. Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι θαλασσογέννητος και χρειάζεται τον καθαγιασμό των υδάτων για να λάμψει η παράδοση και να συνεχιστεί η θαλάσσια προστασία, όπως και η καθαρότητα πηγών, λιμνών και ποταμών αλλά και των ψυχών των ανθρώπων.

Νίκος Ι. Κωστάρας

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

ΣΤΟ ΜΗΤΣΟ ΚΑΤΣΙΝΗ τον ποιητή της ειρήνης

Πνευματικό μνημόσυνο 



         Του Νίκου Ι. Κωστάρα


Ένιωσα μια ψυχική ικανοποίηση, όταν ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιστημόνων Τεγέας, κ. Δ. Βόσνος, μου τηλεφώνησε για το πνευματικό μνημόσυνο, αφιερωμένο στον ποιητή της ειρήνης, τον αξέχαστο φίλο μου Μήτσο Κατσίνη, τον αγωνιστή των υψηλών ιδανικών της ζωής, που τα ποιήματά του έγιναν παιάνες για την Ειρήνη και τη Λευτεριά.
          Ήταν μια αξιέπαινη απόφαση του Συνδέσμου Επιστημόνων της Τεγέας και αξίζουν θερμά συγχαρητήρια. Όταν πνευματικά σωματεία ρίχνουν στη λήθη ανθρώπους που πρωτοπόρησαν, που δημιούργησαν, που άνοιξαν ορίζοντες και άφησαν ένα αξιόλογο έργο πίσω τους, το έργο ή το χρέος αυτό αναλαμβάνουν άλλοι, που ευτυχώς δεν ξεχνούν, καλύπτοντας έτσι το κενό μιας ασυγχώρητης λήθης. Χρέος μας είναι να μην αφήνουμε στο σκιόφως ή και στο έρεβος της λήθης πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσέφεραν στην πνευματική προκοπή μας.
          Αυτό το πνευματικό μνημόσυνο είναι ο καλύτερος τρόπος ν’ αγαπάς αυτόν που έχει φύγει, τιμώντας το έργο του, ιδίως όταν αυτό είναι τόσο πολυσήμαντο και με διαχρονική αξία. «Ούτοι λείψανα των αγαθών ανδρών αφαιρείται ο χρόνος α δ’ αρετά και θανόντα λάμπει», τονίζει ο μεγάλος Ευριπίδης. Γιατί δεν εξαφανίζει τη μνήμη για τους γενναίους άνδρες ο χρόνος, μα η αρετή τους λάμπει και όταν αυτοί πεθάνουν.
          Γιατί το έργο του Κατσίνη αντέχει στο χρόνο μέσα στην πορεία του χρονόκυκλου, έχει διάρκεια και συντηρεί τη μνήμη του δημιουργού, που μαχόταν για τη δικαίωση του ανθρώπου με μια ποίηση ανθρώπινη και πανανθρώπινη. Είχε τάξει τον εαυτό του στον άνθρωπο και το λαό μας. Η ποίησή του είναι το τραγούδι μιας καρδιάς ξέχειλης από αγάπη για τον άνθρωπο. Μια καρδιά που δεν ξέρει άλλο παρά μονάχα ν’ αγαπά. Εμπνέεται από τη ζωή και την κάνει πραγματικότητα με τα υψηλά ιδεώδη της ειρήνης, της ανθρωπιάς και της ελευθερίας.
          Το όραμα της ειρήνης επανέρχεται με χίλιους τρόπους στην ποίησή του, στα ποιήματά του, που είναι «ηρωικά εμβατήρια της ειρήνης». Για το Μήτσο Κατσίνη η Ειρήνη εξακολουθεί να παραμένει ο καμβάς, που πάνω του εμπλέκονται τα μεγάλα ανθρωπιστικά οράματα και ειρηνοφόρα ιδανικά που σηματοδοτούν την ποίησή του. Μια ποίηση που είναι ο άσβεστος πνευματικός πυρσός ο οποίος καθοδηγεί τους συνοδοιπόρους της ζωής. Σημαδεύει το κάλεσμα των καιρών και είναι καμωμένος από το ίδιο ύφασμα που έβγαλε ο αργαλειός ένα Παλαμά.
          Στην ποίησή του μιλάει ένας δυναστευόμενος λαός που συμπορεύεται και συμπάσχει μαζί του. Μετά πλάθει τις προσδοκίες του σε οράματα, σε αυριανές πραγματικότητες, σε ανυψωτικά επίπεδα ανθρωπισμού και πνευματικής καλλιέργειας. Μηνύματα ειρήνης και ανθρωπισμού. Μηνύματα που κρατούν τον άνθρωπο μέσα στο χώρο του ανθρωπιστικού «φέρεσθαι» και του μεγαλείου της ύπαρξής του. Όταν γεννιέται ένας ποιητής ένα σκοτάδι πεθαίνει και όταν φεύγει, φωτιά αφήνει στην εστία της ποίησης και μας ζεσταίνει.
          Ο Μήτσος Κατσίνης τραγουδάει τη ζωή και την εξηγεί με το δικό του τρόπο, ιδιαίτερο, αδρό, αφηγηματικό. Είναι ο γλυκόλαλος τραγουδιστής του ήθους, του κάλλους και της αρετής. Με το δυνατό ποιητικό του κάλαμο υμνεί την πίστη, την αγάπη, την καλοσύνη, την πνευματική ανάταση, την ελπίδα, τη δικαιοσύνη, την ανθρωπιά και το ελεύθερο πνεύμα. Το μεγαλείο του αληθινού ποιητή είναι να ενώνει τους ανθρώπους, να τους σβήσει τα πάθη και να τους δείξει το φως που διώχνει τα σκοτάδια και φέρνει τη λευτεριά με αγάπη χωρίς όρους.
          Και όπως ο ίδιος τονίζει «η ζωή πάντα είναι η καλύτερη ποίηση. Σε κάθε βήμα της ο άνθρωπος αισθάνεται τις χαρούμενες ώρες, την οδύνη, την τραγικότητα, τις μεγάλες και μικρές στιγμές και γράφει την ιστορία του με τις αποκτημένες εμπειρίες του».
          Ήταν ένας αληθινός βαθυστόχαστος ποιητής. Ένας υπέροχος, καταξιωμένος πνευματικός άνθρωπος. Ένας ακάματος δημιουργός, ένας αθόρυβος τίμιος εργάτης του πνεύματος, ένας γενναίος αγωνιστής της ειρήνης και ανυποχώρητος υπερασπιστής των πιο υψηλών ιδανικών της ζωής. Ένας φλεγόμενος άνθρωπος για την ελευθερία, τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη, τη συναδέλφωση των λαών, που κάνει τους λαούς να καταργήσουν το μίσος, τα σύνορα και τη βαρβαρότητα.
          Σκουπίζει το δάκρυ του και οραματίζεται ... αλλά και αναστενάζει: «όταν μου λείπεις ειρήνη κουβεντιάζω με τους μάρτυρες και τους ήρωες...»

-        «Δεν θα τραγουδήσω τη χαρούμενη Αγάπη
             θα κλάψω την πέτρινη καρδιά της πολιτείας»

-        «Τα περιστέρια της Ειρήνης ενταφιάζουν το θάνατο
μεταμορφώνουν τη νύχτα και τον άνθρωπο σε σένα
και σε μένα, μαθαίνουν τον ύμνο της δικαιοσύνης»

Δεν έχω ποιητική φλέβα, ούτε την ειδικότητα του κριτικού, αλλά διαβάζοντας τα ποιήματά του συλλαμβάνω τους παλμούς της καρδιάς του αληθινού ποιητή και νιώθω τους κυματισμούς αγάπης και ανθρωπιάς να ριπίζουν την απεραντοσύνη της θάλασσας που φέρνει τον παφλασμό μιας επίκαιρης δικής του κραυγής: «Βοηθήστε να σώσουμε τον άνθρωπο» που κλυδωνίζεται χωρίς πυξίδα στο στρόβιλο της παγκοσμιοποίησης. Η φωνή του είναι μια κραυγή, μια ιαχή ειρήνης για να αφυπνίσει συνειδήσεις και να ταράξει την αδιαφορία και το βόλεμα από την αλλοτρίωση της καταναλωτικής μας απληστίας και της πνευματικής μας στείρωσης. Γι’ αυτό πρέπει ν’ ακουστεί μακρύτερα η φωνή του για να μη χαθεί η ελπίδα, για να σωθεί ο Άνθρωπος.
          Έγραφε ποιήματα για τη θάλασσα και την ξενιτιά, για αυτά μιλούσαμε στις συναντήσεις μας αλλά και για την Τεγέα και την Αρκαδία. Γιατί ο λόγος του Μήτσου Κατσίνη κλείνει τη δύναμη της Αρκαδικής γης. Τη θωριά και τ’ ανάστημα και το φως των παλληκαρόβουνών της, πλέκοντας υπέροχους ύμνους:
«Τραγούδια δοξαστικά, τρισευλογημένες ώρες, αγώνες, ηρωισμοί, ματωμένα χώματα, χιλιάδες σταυροί, σπαρμένα κόκκαλα, βουνά περήφανα, καρποφόροι κάμποι, ναοί, θεοί, λαοί, νεράιδες ύμνησαν το αρκαδικό πνεύμα, την υπέρτατη ομορφιά, την ιδέα των ελεύθερων οραματισμών». Αυτά γράφει σε άρθρο του στα «Αρκαδικά» τα οποία επιμελείται μετά το θάνατο του ιστοριοδίφη Θάνου Βαγενά – και συνεχίζει:
          «Πνεύμα και φως η Αρκαδική γη. Μόχθος αδιάκοπος και ανθρώπινη δημιουργία. Φωνές των αιώνων που ξάγρυπνες ζωντανεύουν τους μύθους και τους ταξιδεύουν στις γενιές που φεύγουν κι έρχονται για να μη σβήσει ο ήλιος, για να μην πεθάνει η ζωή.
          Η καρδιά της Πελοποννήσου, η Αρκαδία, καταγράφει στους χτύπους της την πορεία της παγκοσμιότητας από τα πρώτα βήματά της, την καθημερινή αγωνία, την απειλή των πολέμων, τους πολιτισμούς, τη βαρβαρότητα, φέρνει από τα βάθη των καιρών, το θάμπος και την αγάπη.»
          Και για τον περίφημο πίνακα του Πουσέν «Οι ποιμένες της Αρκαδίας» τονίζει: «Έζησα κι εγώ στην Αρκαδία, είναι η μεγάλη έμπνευση, η θέαση της ζωής, το πάθος για την κατάκτηση της αρμονίας, της πληρότητας, της αδελφικής διαβίωσης, η ευδοκία της τελετουργικής ημέρας».
          «Η Τεγέα» - τονίζει – «έξω από το μύθο και τ’ όνειρο, χωρίς την περιπλάνηση και το ταξίδι του αγνώστου, με την ιστορία της από χιλιάδες χρόνια, με τον ηρωικό λαό της, με τους αγώνες της, με τις ματωμένες και λυτρωτικές ώρες, στάθηκε μια παρουσία μέσα στο χρόνο, ένας λόγος, μια μαρτυρία, μια γη ποτισμένη με ιδρώτα, αγάπη και γνώση. Πέρασες μέσα από τη φωτιά και την κοιλάδα της δοκιμασίας. Κουβαλούσες τις πικρές νύχτες της απόγνωσης και αργούσε να ξημερώσει. Καθημερινά χτυπιόταν η ζωή με το θάνατο και μονάχα στην καρδιά σου και στο όνειρο των νεκρών ζεσταινόταν η Ειρήνη.
          Μητέρα Τεγέα. Οι αιώνες έγραψαν τ’ όνομά σου στην ιστορία της ελληνικής πατρίδας, με θαυμασμό και ο ελεύθερος λαός με το πνεύμα της ψυχική ανάτασης, κράτησε το φως της δημιουργίας, με αγάπη, με πάθος, με πολλές προσδοκίες, με χιλιάδες ελπίδες».
          Και για τη γενέτειρά του Κερασίτσα γράφει:

          «Το χωριό μου πότισε με το αίμα του το λάβαρο της Λευτεριάς.
          τραγουδάει το φως του κόσμου
          γράφει την ανθρώπινη δική του ιστορία
          ταξιδεύει με τις όμορφες προσδοκίες»

Η Κερασίτσα πρέπει να υπερηφανεύεται για το άξιο τέκνο της, όπως και οι Αρκάδες για τον ποιητή της ειρήνης και της ανθρωπιάς, τιμώντας μια προσωπικότητα του ήθους και του πνεύματος, που ανεβάζει την πολιτιστική στάθμη αλλά και εκφράζει το πύρωμα της καρδιάς και το άνοιγμα της ψυχής. Μια ηθική επιβράβευση της αρκαδικής κοινωνίας στις άξιες πουρναρόριζες ως ελάχιστος φόρος τιμής για να δείξουμε στα παιδιά μας ότι υπάρχουν ακόμα άξιοι δημιουργοί που τιμούν τον τόπο μας για να κρατηθούν οι ρίζες του πολιτισμού μας. Και όπως τονίζει ο Περικλής «Ανδρών αγαθών έργω γενομένων, έργω και δηλούσθαι τας τιμάς».

Νίκος Ι. Κωστάρας