* Επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής, δημοσιογράφος

Καλό ταξίδι καπετάνιε θα σε θυμόμαστε για πάντα...

Click to get cool Animations for your MySpace profile
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
...............................................Καλό ταξίδι καπετάνιε θα σε θυμόμαστε για πάντα...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Μνημόσυνο Νίκου Κωστάρα


Tην Κυριακή 16 Φεβρουαρίου αμέσως μετά τη λειτουργία, στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Αμαρουσίου, θα τελεστεί το 40ήμερο Μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του Μακαριστού μας φίλου, Συγγραφέα, Λογοτέχνη και Καπετάνιου των Θαλασσών, Νίκου Κωστάρα.
Αιωνία σου η μνήμη εκλεκτέ μας συμπατριώτη από τα Κακουρέικα Γορτύνιας.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Καλό ταξίδι καπετάνιε θα σε θυμόμαστε για πάντα...

Aφιέρωμα του Συλλόγου Κακουραίων στην μνήμη του καπετάν Νικόκα Κωστάρα

Ο καπετάν Νικόλας απεβίωσε στις 8 Ιανουαρίου 2014 και κηδεύτηκε στις 14 Ιανουαρίου 2014 στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Μαρούσι σε ηλικία 85 ετών. Στην κηδεία παρέστει πλήθος κόσμου ενώ τον επικήδειο εκφώνησε εκ μέρους του χωριού μας και του συλλόγου η δασκάλα Γιώτα Κατριμουστάκη ενώ στην συνέχεια είπαν το τελευταίο αντίο στενοί του φίλοι, συγγενείς και εκδότες.Ο σύλλογος μαζί με πολλούς συγνωριανούς μας βρέθηκαν στο κοιμητήριο για να απαχαιρετήσουν τον αγαπητό τους φίλο και συγγραφέα που δεν σταμάτησε να γράφει μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του.


Επιπλέον τίμησαν με την παρουσία τους αποδίδοντας τον τελευταίο χαιρετισμό στον αγαπητό τους φίλο ο  Ηλίας Γιαννικόπουλος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Εδιμβούργου, ο δήμαρχος Αμαρουσίου Γιώργος  Πατούλης και πλήθος εκδοτών εφημερίδων
Καπετάν Νικόλα ο σύλλογος του χωριού σου σε ευγνωμονεί, ήσουν πάντα δίπλα μας, μας συμβούλευες και μας βοηθούσες. Η αγάπη σου για το χωριό μας ήταν ξεχωριστή, όντας πρωτεργάτης στην δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου του χωριού μας παραχωρώντας αμέτρητες συλλογές από τα μοναδικά σου βιβλία. Η μια αίθουσα έγινε όπως εσύ επιθυμούσες, Λαογραφικό μουσείο για να συλλέγουμε τα εκθέματα των πατριωτών μας. Μας έλεγες πάντα ο σύλλογος να έχει το χωριό μονιασμένο και να προχωράμε μπροστά, ήθελες κάθε μήνα να διαβάζεις στην εφημερίδα τα νέα του χωριού μας. Πολλές φορές που βρισκόμουν σε αδιέξοδο σχετικά με το τι να γράψω ήσουν αυτός που με συμβούλευες και μου έδινες ιδέες. Με ρωτούσες πάντα για το κρυφό σχολείο στου Λαγάφτη που εσύ ο ίδιος ανακάλυψες, την εορτή που λάμβανε μέρος εκεί κάθε 17 Αυγούστου. Εσύ καπετάνιε μας έμαθες για τις Αρχαίες Μελαναίες που βρίσκονται μπροστά στον κάμπο του χωριού μας. Στο πνευματικό μας κέντρο άφησες μιας μεγάλη κληρονομιά πέρα από την πνευματική σου προσφορά, τα συγγράμματά σου που είναι τοποθετημένα στην βιβλιοθήκη που εσύ ο ίδιος μας δώρισες.. Για το χωριό μας είσαι ο δάσκαλος του Γένους.
Η φωνή σου είναι μια φωνή εγρήγορσης και αφύπνισης, σήμερα δε που βρισκόμαστε ταπεινωμένοι στα νύχια της Τρόικας έχουμε ανάγκη τον λόγο του σοφού γέροντα και θαλασσοδαρμένου καπετάνιου. Όλοι μας μικροί και μεγάλοι χρειαζόμαστε την πνευματική στήριξη και τις συμβουλές του μέσα από τα βιβλία του για να χαράξουμε και εμείς την δική μας ρώτα στο ταραγμένο πέλαγος.
Ο σύλλογος εύχεται ολόψυχα θερμά συλλυπητήρια στα μέλη της οικογένειάς του για την απώλειά τους. Ο σύλλογος όπως είχε ζητήσει ο καπετάν Νικόλας κατέθεσε χρηματικό ποσό στο "Χαμόγελο του Παιδιού" αντί για στεφάνι. 
Καλό ταξίδι καπετάνιε θα σε θυμόμαστε για πάντα. 

Ο σύλλογος εύχεται τα θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια της Ελένης Κοντογώνη που απεβίωσε.

Για το Δ.Σ ο αντιπρόεδρος και υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων,
Δημήτριος Δαβιλάς

Αποχαιρετούμε τον άνθρωπο ο οποίος με τις πράξεις του θα γίνει σύμβολο και σημείο αναφοράς και έμπνευσης σε όσους τον γνώρισαν και τον εδιάβασαν.

K Α Π Τ Α Ν   Ν Ι Κ Ο Λ Α Σ   Κ Ω Σ Τ Α Ρ Α Σ
1929 -2014

 
Συγκινημένοι συμμετέχουμε στον αποχωρισμό και το τελευταίο κατευόδιο του αγαπητού μας φίλου και πατριώτη του Καπτάν Νικόλα Κωστάρα.
«Στο γέρμα της ζωής σου θα κριθείς από την αγάπη σου»  λέγει ο Άγιος Ιωάννης.
Και ο  Καπτάν Νικόλας  αγαπούσε την ζωή με όλο της το νόημα. Πορεύτηκε με θέληση και αγάπη πρός τον άνθρωπο και με την δύναμη της ψυχής του εξελίχθηκε με επιτυχία μπροστά στις απαιτήσεις της ζωής.



Ο κάπταιν Νίκος Ι. Κωστάρας
στην μέση με τον Δημήτρη Αλεξόπουλο (αριστερά)
από την Λίμνη Αρκαδίας που τώρα ζει στην Αυστραλία
και τον Πάνο Σ. Αϊβαλή από το Ελληνικό Γορτυνίας, το Καλοκαίρι του 2010 στο Μαροούσι.



Ψημένος στο καμίνι της μετανάστευσης μαζί με την αγαπημένη του Ζηνοβία εδημιούργησαν μια υπέροχη οικογένεια και απέκτησαν παιδιά και εγγόνια.
Η σημαντική συμμετοχή του και η δραστηριότητα του στην ζωή θα μείνουν για πάντα κοντά μας με τις ωραιότερες αναμνήσεις και θα τις θυμόμαστε  με αγάπη σεβασμό και εκτίμηση.
Αποχαιρετούμε τον άνθρωπο ο οποίος με τις πράξεις του θα γίνει σύμβολο και σημείο αναφοράς  και έμπνευσης  σε όσους τον γνώρισαν και τον εδιάβασαν.

Αγαπητέ μας φίλε και φλογερέ πατριώτη  Καπτάν Νικόλα,
Στην αναχώρησή σου σφίγγουμε το χέρι σου και σε συγχαίρουμε για τον καθαρό, πατριωτικό, τίμιο και παραδειγματικό σου δρόμο που εδιάβηκες.
Υπήρξες σύμβολο γενναιότητας, σεμνότητας, του καλού και σοφού λόγου με αξίες που απετέλεσαν ένα σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές.
Οι φίλοι σου και οι πατριώτες σου, οι Αρκάδες της Αυστραλίας, απευθύνουμε με συντριβή τις ευχές μας, ο δρόμος σου να είναι ειρηνικός και η επουράνια ζωή σου ήρεμη και επαναπαυμένη.
Αιωνία σου η μνήμη αγαπητέ μας φίλε και πατριώτη Καπτάν Νικόλα.    
Φεύγεις ήρεμος και ευτυχής ανάμεσα στην αγάπη όλων μας και προπαντός της οικογενείας σου των παιδιών σου, των εγγονών σου και των λοιπών συγγενών σου στους οποίους εκφράζουμε τα ειλικρινή  μας συλλυπητήρια.

Εκ μέρους όλων των Αρκάδων της Αυστραλίας.

Δημήτρης Αλεξόπουλος
Πρόεδρος 
Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας.


Καλό σου ταξίδι Καπετάνιε, ώρα καλή.

Ν. Κωστάρας
«Το τελευταίο ταξίδι»

Τετάρτη 9:30 μ.μ. το βράδυ 8 του Γενάρη του 2014, αποφάσισες Καπτάν Νικόλα μας, ξαφνικά να ταξιδέψεις, σ’ ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό, με το δικό σου καράβι, δίχως ναύτες και πλήρωμα, καπετάνιος στη θάλασσα τ’ ουρανού, αντί θαλασσοπούλια, τους αγγέλους να φτερουγίζουν γύρω σου. Στη μέση τ’ ουρανού συνάντησες την λατρευτή σου σύζυγο Ζηνοβία, που σε υποδέχθηκε με χαρά, την ανέβασες στο καράβι σου, όρθια δίπλα στο τιμόνι, με τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουν στον άνεμο, όπως παλιά στα ταξίδια σας στις θάλασσες και βίρα τις άγκυρες για λιμάνι απάνεμο.
Εκεί ευτυχισμένοι και χαρούμενοι οι δυο σας. Από δω και πέρα ποτέ χωριστά, κανένα ταξίδι.
Άφησες όμως εμάς όλους, τους ναύτες και το πλήρωμα του καραβιού σου, χαμένους, σαστισμένους και παραδαρμένους στα κύματα της θάλασσας, χωρίς καπετάνιο, χωρίς πυξίδα, χωρίς εφόδια. Σε χρειαζόμασταν καπετάνιε. Πως έφυγες έτσι ξαφνικά χωρίς να μας αποχαιρετήσεις;
Μας πήρες τηλέφωνο φέτος όπως έκανες χρόνια ολόκληρα όχι παραμονή ή ανήμερα, για χρόνια πολλά του ανιψιού σου Βασίλη Κατριμουστάκη, αλλά δύο μέρες μετά.
Και πέρασες τις μέρες τις Πρωτοχρονιάς, παρέα μ’ όλα τα παιδιά σου, και τις μικρές εγγονές σου που υπεραγαπούσες.
Ο Γιάννης ήρθε απ’ τις Βρυξέλες, ο Κώστας απ’ την Κρήτη και ο μικρός Ανάργυρος, φύλακας άγγελός σου πιστός πάντα μαζί σου. Και τα τρία παιδιά σου, όλο αυτό το διάστημα από το καλοκαίρι ως σήμερα, σε φρόντισαν, έτσι, όπως αρμόζει σε παιδιά για τον πατέρα.
Γεννήθηκες και μεγάλωσες στα Κακουραίικα Γορτυνίας – Αρκαδίας το 1929. Το χωριό σου το υπεραγαπούσες και το έκανες γνωστό παντού, μέσα από το συγγραφικό σου έργο. Πτυχιούχος Βιομηχανικής, ακολούθησες όμως το ναυτικό επάγγελμα και σταδιοδρόμησες ως Πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Ιστορικός, ερευνητής, λαογράφος. Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, Μέλος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών και πολλών άλλων επιστημονικών Σωματείων. Έχεις τιμηθεί με πολλές διακρίσεις το 2000 τιμήθηκες με το Α΄ Πανελλήνιο Βραβείο, από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών.
Δεν θ’ αναλώσω το συγγραφικό σου έργο, το έχουν κάνει άλλωστε αρκετές φορές σπουδαίοι άνθρωποι διανοούμενοι, ούτε μπορώ διότι θα φανεί φτωχό.
Παίρνω μερικές φράσεις από τα δικά σου λόγια, από διάφορες εργασίες σου που κατά καιρούς μου έστελνες και τις έχω καταχωρήσει σε ειδικό φάκελο καπτάν Ν. Κωστάρας. Σαν σύγχρονος Κοσμάς Αιτωλός προσπαθούσες ν’ ακουστείς και αρκετά χρόνια πριν την κρίση μέσα από τα κείμενά σου, που είναι διάσπαρτα σ’ όλα τα καλά έντυπα και εφημερίδες, γίνεσαι γνωστός και ο αναγνώστης ήταν αδύνατον να μην διαβάσει και προσέξει το δικό σου κείμενο, που με το δικό σου τρόπο τον έκανες να προσέξει. Γίνεσαι γνωστός, αποκτάς μόνο φίλους και όσοι σε διάβαζαν και όλοι όσοι εδώ βρισκόμαστε σήμερα να σ’ αποχαιρετήσουμε μόνο καλά λόγια έχουμε να πούμε.
«Ο άνθρωπος πρέπει ν’ απλώνει τις ρίζες του στον τόπο της γέννησής του, όπως ο πλάτανος, που όσο ψηλώνει και μπερδεύει τους κλώνους του με τα σύννεφα, τόσο βαθύτερα μπήγει τις ρίζες του στη γη, για να μπορέσει ν’ αντέξει τους δυνατούς ανέμους και τις καταιγίδες».
«Με τη μνήμη γυρίζουμε στο παρελθόν και ζούμε σ’ αυτό, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας, χωρίς μνημονικό, δεν υπάρχει παράδοση, χωρίς το χθες, δεν μπορεί να γίνει λόγος για το σήμερα».
«Η ζωή είναι αγώνας κι όχι φυγή».
«Η ιστορία διδάσκει ότι η ηθική χρεωκοπία των λαών, προηγείται πάντοτε της οικονομικής».
«Ο καταναλωτικός άνθρωπος έχασε το μέτρο και περιφρόνησε την Ελληνική παράδοση, παρασυρμένος από την διαφήμιση και απληστία χωρίς αρχές και αξίες».
Απλός, λιτός, καλοσυνάτος. Χαιρόσουν με απλά πράγματα που δίνουν νόημα στη ζωή.
Η ζωή σου και το έργο σου, παρακαταθήκης βαριά κληρονομιά στα παιδιά σου και σ’ όλους μας.
Ασχολήθηκες συστηματικά με την ιστορία του τόπου μας. Η οικογένειά μας σου χρωστά ευγνωμοσύνη, διότι εσύ πρώτος ανέδειξες τον πρωταγωνιστή της μάχης του Λεβιδίου, της πρώτης νικηφόρας μάχης ων Ελλήνων εναντίον των Τούρκων, το Βασίλη Κατριμουστάκη που η ιστορία των είχε ξεχασμένο.
Έτσι οι πατριώτες του, Μπονταΐτες τα τελευταία 6-7- χρόνια, έχουν στήσει την προτομή του στο χωριό του στον Μποντιά ή Παλαιόπυργο όπου γεννήθηκε και τιμάται από την πολιτεία και από τον Σύλλογο  Κακουραίικων, διότι αργότερα μετά τη μάχη του Λεβιδίου μετέφερε την οικογένειά του στα Κακουραίικα Γορτυνίας.
Μου έκανε εντύπωση σε κάποιο άλλο κείμενό σου που γράφεις:
Κάποτε μια νεαρή κοπέλα σε πλησίασε και σου λέει: Καπετάν Κωστάρα σαν Κομουνιστής τα γράφεις. Κι εσύ απαντάς: «Παιδί μου εγώ. Δεν είμαι Κομουνιστής, είμαι ΈΛΛΗΝΑΣ».
Σήμερα εδώ, στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου Αμαρουσίου, στην γειτονιά σου, σ’ αυτή που μεγάλωσες την οικογένειά σου και η οποία σε τίμησε, όλοι μας ας κρατήσουμε τη δική σου συμβουλή, για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά τις δύσκολες αυτές μέρες. Να βρούμε τις αρχές και αξίες μας, να βρούμε τα πράγματα που μας ενώνουν, να γίνουμε πραγματικοί ΈΛΛΗΝΕΣ όπως εσύ έλεγες.
Σ’ ευχαριστούμε για όσα μας πρόσφερες, προπάντων την αγάπη σου. Είμαστε υπερήφανοι για σένα. Σ’ αγαπάμε πολύ.
Καμιά φορά από κει ψηλά, να στρίβεις το τιμόνι του δικού μας καραβιού, όταν το θαλασσοδέρνει ο άνεμος και το κύμα το βγάζει απ’ την πορεία του.
Η είδηση του θανάτου σου, μας βρίσκει στ’ αγαπημένο σου χωριό τα Κακουραίικα. Αυθόρμητα χτύπησα λυπητερά την καμπάνα του χωριού. Σου φέρνω χαιρετίσματα απ’ όλους τους συγχωριανούς σου, από τις εννιάκουμπλες του Κεφαλόβρυσου, και από το πατρικό σου σπίτι, λίγα λουλούδια, ανθισμένα παραδόξως στη μέση του Γενάρη από την αυλή σου.
Καλό σου ταξίδι Καπετάνιε, ώρα καλή.             
  
Παναγιώτα Δημητροπούλου – Κατριμουστάκη
Από Κακουραίικα Γορτυνίας
Τηλ. 2710 – 233203, Σόλωνος 8, Τρίπολη

Δασκάλα

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΩΣΤΑΡΑΣ: Ο ΠΟΛΥΥΜΝΗΤΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

Του Ηλία Σιαμέλα


Τον καπετάνιο Νίκο Κωστάρα δεν τον ξέρω προσωπικά. Κάπου στα πέλαγα ίσως οι πλώρες μας να είχαν αλληλοκοιταχτεί, μπορεί να είχε σφυρίξει και η μπουρού, ή ακόμη να νιώθαμε να μας συνθλίβει, το ίδιο πρόσωπο της άγριας μοναξιάς. Όμως στο πέρασμα του χρόνου, ήρθε η στιγμή στο Θιάκι πάλε να γυρίσουμε, ν’ αράξουμε εδώ πα. 

Όλα σε τούτο τον κόσμο γίνονται κι άλλα σα θαύματα φαντάζουν. Και ήταν όμοια σχεδόν η προσευχή που έκανα, μ’ εκείνη του Δυσσέα: «Θεέ, αν μ’ έφερε η χάρη σου στην ποθητή πατρίδα, / μέσ’ από άγριες θάλασσες κι από στεριές με πόνους, / ανθρώπου δείξε μου φωνή, για στείλε ένα φίλο να μιλήσω…». 
Κι ήρθε η φωνή του καπετάν Νίκου, σαν βάλσαμο κοντά μου. Κάποιος φίλος του έδωκε το τηλέφωνό μου κι από τότε άνοιξε σα ρόδο η φιλία μας. Εκείνος, απ’ τη γωνιά του Μαρουσιού, να με κερνά κάθε φορά με τον μυριόπλουτο το λόγο του, κι εγώ απ’ τη μεριά του Μαίναλου, δίπλα στα έλατα ντανιαρισμένος, το φίλιο πιοτό να δέχομαι, χίλια φαριά πατριωτικά να τρέχουν στην ψυχή μου. 
Όμως πέρα από τα φιλικά αισθήματα και τα εγκάρδια λόγια που ομορφαίνουν τη ζωή,υπάρχει και κάτι άλλο που δίνει περίσσιο νόημα στην ύπαρξη κι ορθώνεται σαν το μελίχρυσο βορράστρι τ’ ουρανού. Κι αυτό είναι ο θαυμασμός που ένιωσα γι’ αυτόν τον σπάνιο θαλασσοπόρο. Το καπετανιλίκι δεν τον έκανε σκληρό κι απάνθρωπο, όπως συνέβη με πολλούς συναδέλφους του, που έγιναν όργανα των εφοπλιστικών συμφερόντων, σε μια χωρίς τέλος πορεία εκμετάλλευσης των ναυτεργατών. Αντίθετα, το εκάστοτε «βαπόρι του» γινόταν η κιβωτός, όπου έθαλλαν ο αλληλοσεβασμός, η αλληλοκατανόηση, και όλου του κόσμου οι αρετές. 
Έτσι, το βαπόρι δεν ήταν μόνο ένα σιδερένιο κουτί, που διέσχιζε τις θάλασσες, για να γεμίζει το αχόρταγο πουγκί των πλοιοκτητών. Γινόταν κι ένα εργοτάξιο πολιτισμού, μετατρεπόταν σε εργαστήρι διάδοσης και εξαγωγής των πανανθρώπινων αξιών. Η τρανή καρδιά του στοχαστή καπετάνιου γινόταν γλυκόφως για όλο το ναυτασκέρι, και διάλυε τ’ αλλόκοτα σκοτάδια της έγκλειστης ζωής. 
Δεν είναι τυχαίο που τον υμνούν εκατοντάδες άνθρωποι στο πολυσέλιδο αφιέρωμα τού περιοδικού «Ύφος». Τόσες τιμητικές διακρίσεις και τόσα επαινετικά λόγια θα τα ζήλευαν και οι πιο προβεβλημένοι στοχαστές του καιρού μας. Δεν είναι εύκολο, ειδικά τη σημερινή εποχή, να γίνει κάποιος τόσο δημοφιλής. 
Τα εκατοντάδες κείμενα του καπετάνιου, που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, έχουν μέσα τους την κατασταλαγμένη σοφία ενός ανθρώπου, που έζησε μέχρι το έσχατο σημείο τις αστραποκαταιγίδες της ναυτικής ζωής. 
Στο διάβα του είδε και γεύτηκε μύριες κακοπάθειες. Με τα φτωχά μπαγκάζια του έφυγε απ’ την πατρίδα με τρένα που σφύριζαν λυπημένα. Μπαρκάρισε σε πλοία κουρασμένα κι από τη σκουριά ρημαγμένα. Ξανοίχτηκε στα πέλαγα τα μανιασμένα. Κατέγραψε στη γκρίζα περιουσία του το μουγκρητό που έβγαινε απ’ το αψύ λαρύγγι του τυφώνα. Άκουσε τον ήχο του SOS από το δέκτη του Μαρκόνη κι είδε το ατσάλινο φτερό του καρχαρία να πλουταίνει. Είδε το μάτι του τ’ ανήμπορο, σα βάδιζε τυφλά μέσα στο θολωμένο πούσι. Ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με επιπλέοντα παγόβουνα κι ένιωσε στο ριζάφτι του την ακήρυχτη απειλή τους. Έζησε τις τυφλές μέρες της σιωπής του ωκεανού και της ράδας την ατεμάχιστη θλίψη. Έδεσε το καράβι του σε βρώμικα λιμάνια. 
Συνάντησε αχαμνούς λαούς, ανθρώπους κατατρεγμένους. Πέρασε απ’ το Μαντράς, το Καράτσι, τη Σιγκαπούρη, το Βιζαγκαπατάμ. Είδε κελεμπίες κι ολόκληρα τσούρμα από χλωμά παιδιά που ζητιανεύαν. Πάτησε πάνω στις αιματόχτιστες φτυσιές στα πεζοδρόμια της Καλκούτας. Είδε το σκονισμένο ψωμί της φτωχολογιάς, και τη σωματεμπορία των παιδιών της Μανίλας. 
«Για ποιο λόγο να ταξιδεύεις αν όχι σαν ένα παιδί;»*. Ποιος μπορεί να δει τούτα τα έλκη και ν’ αντέξει το κακό; Ποιος ποιητής θα μεταλλάξει τη λασπωμένη γεωγραφία τούτης της φθοράς; 
Μα ποιος άλλος, μόνο μια καθαρή καρδιά που πιστεύει στον άνθρωπο και στο Θεό! Αυτή την καθαρή καρδιά του καπετάνιου θέλω με αυτό το σημείωμά μου ν’ αναδείξω. 
Πάνω στο σκαμπανέβασμα του καραβιού, μέσα στη ραγισμένη νύχτα να ράβει στην καρδιά του συλλαβές, ν’ ακροπατάει ο νους του πάνω στης ζωής το ταραγμένο κύμα… 
«Οι κοιμισμένοι είναι συνεργοί σ’ όλα αυτά τα άσχημα που γίνονται στον κόσμο». Αυτή τη μεγάλη αλήθεια δείχνει στην πράξη κι ο πολυύμνητος αρχοντοκαπετάνιος. Μετά τα τόσα βάσανα, τις τόσες κακουχίες, αν και απόμαχος, oλόρτος πάλι στάθηκε, δεν άφησε τη στεριά να τον υπνώσει. Τα μοχτοαργασμένα κείμενά του, σαν από το κύμα κοχύλια τορνεμένα, στέκουν διάσπαρτα, σαν του Αιγαίου τ’ ακριτικά βραχονήσια, τα όρια της φυλής μας να ομορφαίνουν. 
«Τα αισθήματα είν’ ευκολότερο να τα φαντασθεί κανείς, παρά να τα περιγράψει». Αυτό περίπου γράφει ο Αλέξανδρος Ραγκαβής σ’ ένα διήγημά του. Στην περίπτωση του καπετάνιου μας, τα λόγια αυτά βρίσκουν την απόλυτη δικαίωσή τους. Τα κείμενα του Νίκου Κωστάρα δεν κρίνονται. Είναι πάνω και πέρα από όποια σχόλια. Ο λόγος του είναι μόνο αίσθημα, που ξεπερνάει τα τριμμένα φληναφήματα του καιρού μας, κι ανεβαίνει ψηλά να συναντήσει το βωμό των προγονικών αξιών και της αντρειάς, κατέναντι στη φθορά των ημερών και στην κενότητα των οριζόντων. 
Γι’ αυτό ο τίμιος κι άξιος καπετάνιος μας, σαν άλλη Εκάβη, στον καθένα μας βροντοφωνάζει: 
«Κάτσε κοντά, ο βωμός αυτός θα μας φυλάξει όλους ή θα πεθάνουμε μαζί…»**. 

* Τζακ Κέρουακ
** Βιργίλιος, «Αινειάδα»


_________________